Μιστί Καππαδοκίας, η Μάνη των Ελλήνων της Μικράς Ασίας (Άρθρο του Κοιμίσογλου Συμεών)

Η Μαρία Κοιμίσογλου ντυμένη με παραδοσιακή μισιώτικη φορεσιά!

Μιστί Καππαδοκίας, η Μάνη των Ελλήνων της Μικράς Ασίας

Ο Γάλλος ιστορικός Caston Deschamps, οδοιπορώντας το 1890 στους δρόμους της Μικρασίας, είδε την πολιτισμική και κοινωνική δημιουργία των Ελλήνων στην περιοχή και ανάμεσα στα άλλα σημείωνε:
« Θα ήθελα να αναφέρω τουλάχιστον τις ευεργεσίες τις οποίες οφείλω στην Ανατολή, από την οποία προερχόμαστε και απ’ όπου η ελληνική επιστήμη και η χριστιανική φρόνηση έλαμψαν στον κόσμο για να τον κυβερνήσουν και να τον παρηγορήσουν. Το προσκύνημα σ’ αυτές τις ερειπωμένες τώρα χώρες, που τα λείψανά τους μας πλουτίζουν, αποτελεί επιστροφή στην πατρίδα του πνεύματος και της ψυχής μας…»
Αυτά και άλλα πολλά τέτοια συμπεράσματα ιστορικής ζωής έλεγαν και λέγουν τόσοι και τόσοι ξένοι ιστορικοί και μελετητές. Γιατί όχι και εμείς οι Έλληνες, ιδιαίτερα αυτοί που καταγόμαστε από τα υπέροχα μέρη της Μικρασίας;
Η Καππαδοκία, στην οποία θα αναφερθώ πολύ περιληπτικά, ήταν από τα πολλά αρχαία χρόνια ένα κομμάτι της Ελληνίζουσας Ανατολής.
Μετά την εμφάνιση και τη διδασκαλία του Χριστού στη γη, οι Καππαδόκες δέχτηκαν από τους πρώτους το χριστιανικό μήνυμα. Μπολιάστηκαν από αυτό, έγιναν οι ακοίμητοι φρουροί του και πρόσφεραν στην οικουμένη τους περισσότερους Αγίους και Αγίες, για να πρεσβεύουν στο Θεό να προστατεύει την ανθρωπότητα.
Οι Ρωμιοί της Καππαδοκίας έμελλε να γίνουν οι πρόμαχοι της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού. Οι κυματοθραύστες των βαρβαρικών επιδρομών από την Ανατολή, οι Ακρίτες, που τόσο πολύ τους τραγούδησε η λαϊκή μούσα.
Καππαδόκης ήταν ο Διγενής Ακρίτας και πολλά από τα παλικάρια του. Επειδή η Καππαδοκία είναι ένα ηφαιστειογενές βραχώδες υψίπεδο και όλα τα εδάφη της μοιάζουν με μάρμαρα, η λαϊκή μούσα, παρασυρμένη από τους επικούς αγώνες των Ακριτών, την ονόμασε «Τα Μαρμαρένια Αλώνια του Διγενή».
Από αυτό το υψίπεδο κατάγονταν πολλοί σπουδαίοι βυζαντινοί αυτοκράτορες, όπως ο Μαυρίκιος, ο Ηράκλειος, ο Νικηφόρος Φωκάς, ο Ρωμανός Δ΄ Διογένης και άλλοι.
Η ζωή για τον Ελληνισμό της Καππαδοκίας ήταν ένας συνεχόμενος αγώνας.
Μετά την επικράτηση των Σελτζούκων και αργότερα των Οθωμανών Τούρκων τα χρόνια πέρασαν με μεγάλες αλλαγές φωτός και σκότους. Όμως, παρ’ όλες τις αντιξοότητες που είχαν να αντιμετωπίσουν οι Έλληνες, κατέκτησαν κοινωνικά για άλλη μια φορά τους κατακτητές τους, αναλαμβάνοντας πολλές φορές ηγετικές θέσεις στην τουρκική κρατική μηχανή, και καταχτώντας όλους τους δρόμους του εμπορίου και της οικονομίας. Όπου και να κατοικούσαν έδιναν γύρω τους πνοή πολιτιστικής φρεσκάδας. Όλα τα ελληνικά χωριά της Καππαδοκίας ξεχώριζαν με τον πολιτισμό τους.
Στη συνέχεια θα αναφερθώ σε ένα από αυτά, στο Μιστί, το μεγαλύτερο από τα καθαρά ελληνικά χωριά της Καππαδοκίας.
Το χωριό αυτό, σύμφωνα με τη παράδοση, ιδρύθηκε το 401 π.Χ. από μισθοφόρους Έλληνες πολεμιστές, οι οποίοι πήραν μέρος στην εκστρατεία του Πέρση βασιλιά Κύρου κατά του αδελφού του Αρταξέρξη.
Στο απόμακρο εκείνο το μέρος έχτισαν οι στρατοκόποι του Ξενοφώντα το χωριό τους και το ονόμασαν Μισθί, από το μίσθιοι, δηλαδή μισθωτοί ή μισθοφόροι. Εκεί οργάνωσαν τη ζωή τους κι έμειναν ως την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1924, διατηρώντας τα ήθη, τα έθιμα, την ελληνικότητα και αυτήν ακόμα την αρχαιοελληνική λαλιά τους.
Το Μιστί βρίσκεται στο άνυδρο αρχαίο βαγδαονικό οροπέδιο, που μετονομάστηκε στα χρόνια της τουρκοκρατίας σε Μπουντάκ Οβά, δηλαδή κάμπο του παρακλαδιού. Η μετονομασία όλης εκείνης της περιοχής από βαγδαονικό οροπέδιο σε Μπουντάκ Οβά είχε γίνει λόγω των Μιστιωτών. Διαβάζουμε χαρακτηριστικά στο βιβλίο της Σοφίας Αναστασιάδη-Μανουσάκη με τίτλο «Μνήμες Καππαδοκίας» : «… στο Μιστί βλέπουμε να εντοπίζεται η παράδοση που ζητάει να ερμηνεύσει την ονομασία του Μπουντάκ Οβά και να συνδέει το χωριό αυτό με την ιστορία του κάμπου και τα γνώριμα μοτίβα του: τη δίψα, τα κελέρια και τα παλιά χωριά που αφανιστήκανε. Ακούστε την: «Στον παλιό καιρό περνούσαν οι γενίτσαροι πάνω στα άλογά τους. Τρέχανε, τρέχανε κι αφανίζαν τα χωριά. Κάποτε, για να γλιτώσουν, άνθρωποι από 32 χωριά ζήτησαν καταφύγιο στο Μιστί. Κατέβηκαν μέσα στη γη, κρύφτηκαν στα απέραντα κελέρια του και οι γενίτσαροι δεν μπόρεσαν να τους κάνουν πια τίποτα. Δεκαπέντε μέρες μείνανε στο Μιστί οι γενίτσαροι. Αδύνατο τους στάθηκε να πατήσουν τα υπόγεια. Κατέβαζαν τους κουβάδες τους να πάρουν νερό, όμως οι κρυμμένοι κάτω από τη γη κόβαν τα σχοινιά κι οι κουβάδες δεν ξανανέβαιναν πάνω. Από τη Λίμνα πάνω στα ζώα τους αναγκαζόντανε να φέρνουν νερό να πιουν. Στο τέλος είδαν κι αποείδανε, το πήραν απόφαση πως δεν θα έβγαζαν τίποτα από τούτη την αλλόκοτη πολιορκία, βαριέστησαν. «Έτσι κι έτσι το δέντρο το κλαδέψαμε. Μπιρ μπουντάκ καλτσίν» (=ας μείνει κι ένα παρακλάδι). Από τότε, λέει, είπαν Μπουντάκ-οβά (=κάμπο του παρακλαδιού), τον οβά με τα υπόγεια που απλώνεται γύρω από το Μιστί. Κι είπανε και το Μιστί Μπουντάκ κιόι (=χωριό του Μπουντάκ).
Οι Μιστιώτες ήταν φτωχοί μα ξεχώριζαν για την παλικαριά και την αντρειοσύνη τους. Το χωριό τους ήταν η «Ελεύθερη Ελλάδα» μέσα στην καρδιά της Τουρκίας. Όποιος Έλληνας κυνηγιούνταν από τις τουρκικές αρχές, πήγαινε στο Μιστί, όπου τον φιλοξενούσαν και τον έσωζαν, δίνοντάς του στέγη και πλαστή ταυτότητα, διακινδυνεύοντας οι ίδιο τη ζωή τους. Ορισμένες φορές μάλιστα, οι υπεύθυνοι του χωριού καταδικάστηκαν ακόμα και σε θάνατο γιατί έδωσαν άσυλο και καταφυγή σε κυνηγημένους συμπατριώτες τους. Αλλά αυτό γινόταν σπάνια, γιατί οι Τούρκοι δεν τολμούσαν να ζυγώσουν στο χωριό των μαχητών, όπου έβρισκαν το μπελά τους. Οι Μιστιώτες τους χτυπούσαν και κατόπιν χάνονταν σαν τα φαντάσματα κάτω από τη γη, στο υπόγειο χωριό τους, κλείνοντας ταυτόχρονα τις εισόδους με τις τεράστιες μυλόπετρες, τα τρόχια όπως τα ονόμαζαν. Μόνο αυτοί γνώριζαν τις εισόδους και τις εξόδους των σηράγγων και μόνο αυτοί δε χάνονταν στους δαιδαλώδεις διαδρόμους των υπόγειων κελεριών του χωριού, δίχως να χρειάζονται το μίτο της Αριάδνης. Όλοι οι άλλοι «απρόσκλητοι επισκέπτες» ήσαν καταδικασμένοι. Έτσι τα αποσπάσματα των εχθρών, που έρχονταν να τους πιάσουν και να τους τιμωρήσουν, δεν μπορούσαν να τους βρουν κι αναγκάζονταν να φύγουν άπρακτα.
Ο Ιωακείμ Βαλαβάνης το 1891 χαρακτηρίζει τους Μιστιώτες ως τους Μανιάτες της Μικράς Ασίας. Χαρακτηριστικά αναφέρει: « Δε φτάνει εδώ ο χώρος για την περιγραφή των Μανιατών της Μικράς Ασίας, των Μιστιωτών, οι οποίοι…ζούνε, λόγω της φημισμένης ανδρείας τους, ασύδοτοι σχεδόν, κατώρθωσαν δε να φοβίσουν τόσο πολύ τους Τούρκους, ώστε δεν τολμούν να πατήσουν το πόδι τους στο χωριό των Μισθιωτών»
Οι Μιστιώτες ήταν, όπως προανέφερα, μαχητές και ξεχώριζαν για την αντρειοσύνη τους. Πολλές φορές έδωσαν, ως ακρίτες του βυζαντινού κράτους, επικούς αγώνες, οι οποίοι όμως παρέμειναν στην αφάνεια. Αλλά, όσο και αν ακόμα και οι ίδιοι δεν επιδίωξαν να φανερώσουν αυτούς τους αγώνες στους άλλους, ούτως ή άλλως δε χρειάστηκαν ποτέ τα εύσημα από κανέναν και ούτε επιδίωξαν να αποδείξουν την παλικαριά τους, η ιστορία από μόνη της βγάζει κάπου κάπου ορισμένα από αυτά τα μυστικά.
Το 1940 ο Μηνάς Κ. Χριστόπουλος αναφέρει ότι στην περιοχή του Μιστί είχαν ανακαλυφθεί υπόγεια σπίτια γεμάτα από σκελετούς ανθρώπων διεσπαρμένων εδώ κι εκεί, σε μέρος που δεν ήταν νεκροταφείο. Λέει δε πως οι άνθρωποι αυτοί φαίνεται ότι κατέφυγαν σε αυτά τα υπόγεια οικήματα για να γλιτώσουν από επιτιθέμενους εχθρούς και πέθαναν είτε από ασφυξία είτε από ασιτία είτε από άλλες αιτίες. Κατά πάσαν πιθανότητα μαχητές από το μέρος αυτό και από το Μιστί βεβαίως, σε κάποια από τις τόσες ηρωικές περιόδους, θα αναγκάστηκαν να κλειστούν στα υπόγεια κάστρα τους για να γλιτώσουν από πολυάριθμους επιδρομείς. Όμως οι επιδρομείς φαίνεται ότι ανακάλυψαν το κρησφύγετό τους και αφού έκλεισαν όλες τις εξόδους τους άφησαν να πεθάνουν εκεί μέσα. Ο Μηνάς Κ. Χριστόπουλος αναφέρει επίσης πως οι σκελετοί των ανθρώπων αυτών είχαν οστά που ήταν πολύ μεγαλύτερα από αυτά των συνηθισμένων ανθρώπων.
Γιατί άραγε; Θα πρέπει να υποθέσουμε πως, επειδή στην περιοχή αυτή και στο Μιστί έμεναν βασικά μαχητές άνδρες με τις οικογένειές τους, (κάτι σαν τις σημερινές ειδικές δυνάμεις), οι πολεμιστές αυτοί θα ξεχώριζαν και για το δυνατό και μεγάλο μπόι τους.
Το Μιστί της Καππαδοκίας έχει πολύ μεγάλη ιστορία. Σε έγγραφα της μητρόπολης Καισαρείας, της έδρας του Αγίου Βασιλείου, αναφέρεται πως, τα πρώτα χριστιανικά χρόνια, πριν το 313 μ.Χ., λόγω του αμιγούς ελληνοχριστιανικού πληθυσμού του ήταν επισκοπική έδρα, με την ονομασία «Επισκοπή Μισθίων» και ανήκε εκκλησιαστικά στη μητρόπολη Ικονίου.
Στα μετέπειτα χρόνια, και συγκεκριμένα στα χρόνια του αυτοκράτορα Λέοντα Σοφού, τιμήθηκε να είναι αρχιεπισκοπική έδρα.
Αυτό και μόνο το γεγονός, το να είναι δηλαδή το χωριό αυτό έδρα του αρχιεπισκόπου στα πρώτα χριστιανικά χρόνια, τότε που ο περισσότερος κόσμος δε γνώριζε ακόμα το κήρυγμα του Χριστού, φανερώνει τη θρησκευτικότητα και την ποιότητα των Μιστιωτών.
Στα Βυζαντινά χρόνια οι Μιστιώτες ήταν καστροπολεμίτες, και το χωριό τους ήταν τότε το μεγάλο Βυζαντινό κάστρο «Μισθεία». Τα «Μίσθια» όπως τα αναφέρει ο Αν. Λεβίδης.
Το κάστρο αυτό κυριεύτηκε από τους Άραβες στα φοβερά χρόνια των Αραβικών επιδρομών και συγκεκριμένα τον Ιανουάριο του 712 μ.Χ., αλλά ύστερα από λίγα χρόνια απελευθερώθηκε και πάλι από τους Βυζαντινούς.
Το Μιστί ήταν υπόγειο χωριό ως τα τέλη του 19ου αιώνα. Εκείνο τον καιρό οι Μισιώτες άρχισαν να χτίζουν τα σπίτια τους πάνω από το έδαφος, το πάνω χωριό όπως το έλεγαν.
Τις παλιές υπόγειες κατοικίες δεν τις αχρήστευσαν αλλά τις χρησιμοποίησαν ως αποθήκες και κελάρια. Τα κελέρια όπως τα έλεγαν, όπου διατηρούσαν τα αγαθά τους σαν σε σημερινό ψυγείο. Είναι δε σίγουρο πως όταν κινδύνευαν κατέβαιναν και πάλι στο υπόγειο χωριό τους όπου προφυλάγονταν από τους νεότερους επιδρομείς, όπως παλιά.
Οι Μισιώτες ήταν και είναι πολύ θεοσεβείς και θεοφοβούμενοι άνθρωποι. Στο παλιό υπόγειο χωριό τους υπήρχαν τα ερείπια του ναού του Αγίου Βλασίου, της Αγίας Μαρίνας, καθώς επίσης και άλλων λαξευμένων παρεκκλησιών. Υπόγειες εκκλησίες υπήρχαν και στην περιοχή έξω από το χωριό, όπως αυτές του Προφήτη Ηλία.
Όταν το χωριό ήταν υπόγειο, είχε περίπου 400 σπίτια, τα οποία βρίσκονταν γύρω από την υπόγεια εκκλησία του Αγίου Βλασίου.
Ανάμεσα στα έτη 1840-1844 έχτισαν οι φτωχοί Μιστιώτες με ενέργειες του μητροπολίτη Σωφρονίου στο παλιό εκείνο τμήμα του χωριού έναν από τους μεγαλύτερους ναούς της Ανατολής και το μεγαλύτερο της Καππαδοκίας. Το σπανιότατο δεκάτρουλο δισυπόστατο ναό των Αγίων Βασιλείου και Βλασίου, βυζαντινού ρυθμού, τους τεράστιους εσωτερικούς χώρους του οποίου κατόρθωσαν να εικονογραφήσουν μέσα στα επόμενα χρόνια. Δεξιά της εκκλησίας αυτής έχτισαν το παρεκκλήσι του Αγίου Χαραλάμπους και αριστερά του Αγίου Βασιλείου.
Μέσα στο ναό των Αγίων Βασιλείου και Βλασίου υπήρχε μία υπόγεια κρύπτη, που οδηγούσε μακριά από την εκκλησία. Μέσα από αυτήν σώθηκαν πολλοί Έλληνες των παραλίων. Όταν οι Τούρκοι που τους μετέφεραν αιχμαλώτους στα βάθη της Ανατολίας, περνώντας από το Μιστί, τους έκλεισαν τη νύχτα μέσα στην εκκλησία σίγουροι πως δε θα μπορούσαν να ξεφύγουν. Όμως, ανοίγοντας την πόρτα της εκκλησίας για να τους παραλάβουν, δε βρήκαν κανέναν μέσα, γιατί, κατά τη διάρκεια της νύχτας, οι Μισιώτες τους οδήγησαν από αυτή τη σήραγγα διαφυγής, μακριά στη γύρω περιοχή, όπου διασκορπίστηκαν και σώθηκαν.
Εκκλησιαστικά το Μιστί ανήκε στη μητρόπολη Ικονίου και πολιτικά υπάγονταν στη διοίκηση της Νίγδης.
Οι περισσότεροι Μιστιώτες ήταν άριστοι παπλωματάδες και κετσετζήδες. Περιφέρονταν με μια ντεξάρα (όργανο για το χτύπημα του μαλλιού) στον ώμο, στα χωριά και τις πόλεις της Μικράς Ασίας, φτάνοντας ορισμένες φορές ως τη Ρωσία, ξαίνοντας μαλλιά ή βαμβάκια και φτιάχνοντας υπέροχα παπλώματα και φανταστικούς κετσέδες.
Στα χρόνια 1800-1840 πολλοί Μιστιώτες έφυγαν από το χωριό τους και δημιούργησαν αποικίες σε άλλες περιοχές. Τα νέα χωριά που δημιούργησαν ήταν το Τσαρικλί, το Τσελτέκ, η Δήλα, και το Καράτζορεν στα μεταλλεία του Ταύρου. Επίσης αρκετοί από αυτούς εγκαταστάθηκαν σε άλλα χωριά της Καππαδοκίας, όπως τη Σεμέντρα, το Ιντζέσου και την Αραβισό, από όπου καταγόταν ο Μαυρίκιος ο πρώτος βυζαντινός αυτοκράτορας ελληνικής καταγωγής.
Οι απόδημοι αυτοί Μιστιώτες δεν έπαψαν ποτέ να ενδιαφέρονται για τη γενέτειρά τους. Πάντα είχαν τα μάτια τους στραμμένα προς αυτήν και σε όλες τις μεγάλες στιγμές της βρίσκονταν κοντά στους συμπατριώτες, τους συγγενείς και τους φίλους που άφησαν πίσω τους. Το ίδιο βέβαια ίσχυε και γι αυτούς που έμειναν στο Μιστί προς αυτούς που έφυγαν. Η αλληλοβοήθειά τους ήταν και είναι χαρακτηριστική.
Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή και τον ξεριζωμό τους, οι Μιστιώτες, όπως όλοι οι άλλοι Καππαδόκες, Μικρασιάτες και Έλληνες της ανατολικής Θράκης με τις γνώσεις τις αξίες και τα ιδανικά τους βοήθησαν πάρα πολύ στην αναζωογόνηση, την άνθιση και τη δημιουργία του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Ωστόσο, δεν έπαψαν ποτέ να έχουν στραμμένα τα μάτια της ψυχής τους στη γη όπου μεγαλούργησε η γενιά τους. Κι όμως, η πίκρα τους ήταν πολύ μεγάλη, γιατί γνώριζαν πολύ καλά πως όλα πια είχαν αλλάξει ριζικά και δραματικά στην πατρίδα τους. Τα καντήλια των ναών τους είχαν σβήσει. Οι σιγανές ψαλμωδίες σίγησαν και οι καμπάνες των εκκλησιών τους βουβάθηκαν. Εκεί μακριά, στα ακριτικά φυλάκια, τα κρησφύγετα των ψηλών βουνών ερήμωσαν. Οι αρχαίες ελληνικές όπως και οι μετέπειτα βυζαντινές πολιτείες είχαν μείνει μόνες τους, δίχως την ψυχή τους που ήταν οι Έλληνες.
Σήμερα, στους ερημότοπους και τα ηφαιστειογενή βράχια της Καππαδοκίας, έμειναν τα μνημεία των προγόνων μας ως αψευδείς μάρτυρες του παλιού μεγαλείου της ιστορίας των Ελλήνων της Καππαδοκίας. Όλα εκεί στην πανέμορφη Καππαδοκία είναι σαν ένα παραμύθι.
Εμείς, το μόνο που έχουμε να κάνουμε, είναι να φανερώσουμε και να διαλαλήσουμε την αλήθεια για το μεγαλείο της γενιάς μας.
Καθήκον και υποχρέωσή μας είναι να τιμούμε την ιστορία, τους θρύλους και τις παραδόσεις των προγόνων μας και να υμνούμε τη μνήμη τους. Μόνο με την εκπαίδευση που θα αποκτήσουμε από την προγονική μας κληρονομιά θα θεμελιώσουμε και θα οικοδομήσουμε ένα καλύτερο μέλλον για μας και τα παιδιά μας. Μόνο έτσι θα γίνουμε, όπως έλεγε και ο εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς οργοτόμοι, φυτευτές και διαφεντευτές της πατρίδας και του μέλλοντός μας.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
G. Deschamps, «Στους δρόμους της Μικρασίας», Οδοιπορικό 1890, Β΄ ανατύπωση, εκδ. Τροχαλία.
Ασβέστη Β. Μαρία: « Επαγγελματικές ασχολίες των Ελλήνων της Καππαδοκίας» Επικαιρότητα, Αθήνα 1980.
Βαλαβάνη Ιωακείμ, «Μικρασιατικά», 1891.
Καρολίδης Παύλος, «Γλωσσάριον Συγκριτικών Ελληνοκαππαδοκικών λέξεων», Τυπογραφείο «ΤΥΠΟΣ» Σμύρνη 1885.
Κοιμίσογλου Συμεών, «Αναδρομή στον ακριτικό Ελληνισμό της Καππαδοκίας», εκδ. Μαίανδρος, Θεσσαλονίκη 1997.
Κοιμίσογλου Συμεών, «Ρωμανός Δ΄ Διογένης, η τελευταία αναλαμπή της βυζαντινής αυτοκρατορίας», Θεσσαλονίκη 2000.
Κυρίλλου: «Ιστορική περιγραφή του εν Βιέννη προεκδοθέντος χωρογραφικού πίνακος της αρχισατραπείας Ικονίου», Κωνσταντινούπολις 1815.
Κωστάκη Π. Θανάση, 1977, Ακαδημία Αθηνών. «Το Μιστί της Καππαδοκίας» (ΤΟΜΟΣ Ι).
Κωστάκη Π. Θανάση, 1977, Ακαδημία Αθηνών. «Το Μιστί της Καππαδοκίας» (ΤΟΜΟΣ ΙΙ).
Λεβίδη Αναστάσιος. «Ιστορικόν Δοκίμιον. Περιγραφή Καππαδοκίας» εν Φλαβιανοίς 1897, δακτυλογραφημένο, βιβλιοθήκη Κ.Μ.Σ.
Λεβίδης Αναστάσιος, «Αι εν μονολίθοις Μοναί της Καππαδοκίας και Λυκαονίας», Κωνσταντινούπολη 1889.
Λεβίδης Αναστάσιος, «Καππαδοκικά», Αθήναι 1885
Λεβίδης Αναστάσιος, «Ιστορικόν Δοκίμιον, εκκλησιαστική ιστορία, εν Αθήναις», τόμος πρώτος, εκ του τυπογραφείου της μυθιστορικής βιβλιοθήκης Δ. Φέξη, 1885.
Ρίζος Νίκος, «Καππαδοκικά». Κωνσταντινούπολη 1856, εκ του τυπογραφείου «η Ανατολή».
Τσαλίκογλου Ι. Εμμανουήλ, «Ελληνικά Εκπαιδευτήρια και Ελληνορθόδοξοι Κοινότητες της περιφέρειας Καισαρείας», Εκδόσεις Κ.Μ.Σ., Αθήνα, 1976.
Φαρασόπουλος Συμεών, «Τα Σύλατα. Μελέτη του νομού Ικονίου υπό Γεωγραφικήν, Φιλολογικήν και Εθνολογικήν Έποψιν», Εν Αθήναις 1895.
Χριστόπουλου Μηνά Κ., «Πατριδογραφία», περιοδικό «Μικρασιατικά χρονικά», τόμος Γ΄, Αθήναι, 1940.