Εορτή των τριών Ιεραρχών

Εορτή των τριών Ιεραρχών

Εικόνα των Τριών Ιεραρχών του 14ου αιώνα (Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών)

Η εκκλησία μας και οι άνθρωποι της Παιδείας γιορτάζουν και τιμούν σήμερα το Μέγα Βασίλειο, το Γρηγόριο το Θεολόγο και τον Ιωάννη το Χρυσόστομο. Τους τρεις Μεγάλους Πατέρες της τρισηλίου Θεότητος.

Επειδή οι τρεις μεγάλοι Ιεράρχες της Εκκλησίας εορτάζονται τον ίδιο μήνα (Ο Μέγας Βασίλειος την 1η Ιανουαρίου, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος την 25ην Ιανουαρίου και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος την 27η Ιανουαρίου), οι χριστιανοί, ανάλογα με τον Άγιο που τιμούσαν περισσότερο, είχαν χωριστεί σε «Βασιλείτες», «Γρηγορίτες» και «Ιωαννίτες». Για να μην υπάρχει αυτή η διαίρεση στην Εκκλησία, το 1100, όταν αυτοκράτορας του Βυζαντίου ήταν ο Αλέξιος Κομνηνός, άρχισε να εορτάζει τη μνήμη και των Τριών Αγίων Πατέρων μαζί στις 30 Ιανουαρίου, ως εορτή των Τριών Ιεραρχών.

Η εορτή αυτή είναι γιορτή της εκκλησίας και των σχολείων, γιατί οι τρεις Ιεράρχες, περισσότερο από όλους τους άλλους είχαν ενώσει την αρχαία ελληνική φιλοσοφία με τη χριστιανική πίστη. Δίδαξαν πως η καλύτερη παιδεία είναι εκείνη που συνδυάζει την πίστη του Χριστού με τα αγαθά του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού.

Οι τρεις Ιεράρχες αφιέρωσαν τη ζωή τους στην πίστη του Ναζωραίου και τον άνθρωπο.

Σπούδασαν στα μεγαλύτερα πανεπιστήμια της εποχής τους και παρ’ ότι κατάγονταν από εύπορες οικογένειες, διέθεσαν όλα τα πλούτη τους για το κοινό καλό των συνανθρώπων τους, ιδρύοντας νοσοκομεία, ορφανοτροφεία, γηροκομεία και άλλα ευαγή ιδρύματα, σε μια εποχή που περίσσευε ο ανθρώπινος πόνος και η δυστυχία, ενώ οι ίδιοι έζησαν φτωχικά και λιτά.

Αυτό που έκανε την εκκλησία μας να τους τιμήσει τον κάθε έναν ξεχωριστά αλλά και όλους μαζί σε μια γιορτή ήταν το γεγονός πως και οι τρεις τους, εκτός από άγιοι άνθρωποι και στυλοβάτες της ορθοδοξίας, υπήρξαν μεγάλοι παιδαγωγοί και συγγραφείς, με ιδιαίτερη αγάπη στα παιδιά και τους νέους.

Οι συμβουλές και οι παραινέσεις τους στα παιδιά, τους γονείς και τους δασκάλους θα αποτελούν πάντα τα θεμέλια της σωστής παιδαγωγικής και της παιδείας.

Αν και πολλοί φανατικοί χριστιανοί κυνηγούσαν τότε, από άγνοια την ελληνική φιλοσοφία, την ειδωλολατρική όπως την έλεγαν, ο Μέγας Βασίλειος έφερε την αλήθεια σε όλους  και συμβούλευε τους νέους να είναι πιστοί στο Χριστό, αλλά και να μελετούν την ελληνική φιλοσοφία παίρνοντας από αυτήν ότι θα τους ήταν χρήσιμο, όπως οι μέλισσες, που πηγαίνουν σε όλα τα λουλούδια αλλά παίρνουν τη γύρη μόνο από ορισμένα.

Επίσης συμβούλευε τους γονείς και τους δασκάλους  να δίνουν μεγάλη σημασία στα πρώτα πέντε χρόνια της ζωής των παιδιών τους.

“Η ψυχή των παιδιών είναι μαλακή σαν κερί, έλεγε, και πάνω της μπορούμε να χαράξουμε ότι θέλουμε. Από εμάς εξαρτάται αν θα κάνουμε το παιδί μας ενάρετο, δίνοντάς του καλές αρχές και ισχυρές βάσεις.”

Τέτοιες βάσεις έδωσαν στους τρεις αυτούς Μεγίστους Ιεράρχες μας οι ευσεβείς και άγιες μητέρες των Ανθούσα, Εμμέλεια και Νόνα.

Ο Βασίλειος αγωνίστηκε για το ποίμνιό του και το προστάτευε όπου και όταν μπορούσε. Είτε από αιρετικούς, είτε από τους κάθε λογής εκμεταλλευτές. (Οι αγώνες των αγίων αυτών πατέρων για τα κοινωνικά ή προσωπικά προβλήματα των συμπατριωτών τους και για κοινωνική δικαιοσύνη ήσαν συνεχόμενοι.)

Καταπολέμησε με θάρρος και αποφασιστικότητα τις αιρέσεις. Με τα συγγράμματα, τα κηρύγματα και τις επιστολές του, έγινε ο στυλοβάτης και ο μέγας διδάσκαλος της Ορθοδοξίας.

Ο άγιος Βασίλειος ήταν πολύ ολιγαρκής άνθρωπος. Όμως, όσο ολιγαρκής ήταν για τον εαυτό του, τόσο δαπανηρός ήταν στη βοήθεια προς τους συνανθρώπους του. Ο προστάτης επίσκοπος των παιδιών και των φτωχών δαπάνησε τεράστιους θησαυρούς για την ανέγερση ναών μοναστηριών, πτωχοκομείων και άλλων έργων κοινής ωφέλειας, με έσοδα από την πώληση των κληρονομημάτων του, όπως επίσης και με τα έσοδα από τις προσόδους της μητροπόλεώς του ή τις δωρεές των χριστιανών.

 Έξω και κοντά στην Καισάρεια δημιούργησε ως επίσκοπος ένα συγκρότημα φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, όπου έβρισκαν ζεστασιά και αγάπη οι αδικημένοι της ζωής. Μια πολιτεία χριστιανικής συμπαράστασης. Το κοινωνικό αυτό έργο αργότερα ονομάστηκε «Βασιλειάδα». Σ’ αυτήν ερχόταν συχνά ο υπέροχος ιεράρχης για να βοηθήσει και να συμπαρασταθεί στους αδελφούς του. Ακόμα και τους λεπρούς φιλούσε, δίνοντας το παράδειγμα σε όλους.

Μεγάλη ήταν επίσης και η συμβολή του στην κοινοβιακή οργάνωση της μοναχικής ζωής και συνέταξε, για πρώτη φορά, τους κανόνες του κοινοβιακού συστήματος.

Το συγγραφικό του έργο είναι τεράστιο.

Παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο την 1η Ιανουαρίου του 379. Όταν πέθανε, πολύς κόσμος πήγε στην κηδεία του και ήταν τέτοια η συρροή του λαού ώστε πολλοί πέθαναν από τον συνωστισμό και τη λύπη τους. Αυτοί μακαρίζονται από την εκκλησία μας ως «θύματα επιτάφια».

Ο άλλος μεγάλος διδάσκαλος και φωστήρας της οικουμένης Γρηγόριος ο Θεολόγος γεννήθηκε το 329 στην Αριανζό της Καππαδοκίας.

Οι γονείς του Γρηγόριος και Νόννα ήταν πολύ πλούσιοι. Ο πατέρας του μυήθηκε στο χριστιανισμό από την ευσεβή γυναίκα του και το 325 έγινε επίσκοπος της Ναζιανζού.

Η ενάρετη και πολύ καλή χριστιανή μητέρα του μεγάλωσε το γιο της Γρηγόριο με χριστιανικές αρχές και του έβαλε τις βάσεις για τη μετέπειτα ζωή του.

Μετά τα πρώτα του γράμματα, σε ηλικία δέκα ετών, συνέχισε τις σπουδές του στην Καισάρεια της Καππαδοκίας, όπου γνωρίστηκε κι έγινε φίλος με το συμμαθητή του Μέγα Βασίλειο. Η φιλία τους έμεινε και αυτή ως υπόδειγμα για όλους μας.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, ο γεννημένος ρήτορας, ο θεωρητικός αυτός νους, έγραψε λόγους, ποιήματα και επιστολές που επέδρασαν πολύ στη θεολογική σκέψη των ορθόδοξων χριστιανών, γι’ αυτό ονομάστηκε Θεολόγος.

 Αγαπούσε υπέρμετρα την Ελλάδα και το έδειχνε και στις γραφές του. Σ’ ένα  δίστιχο ποίημά του γράφει ότι αγαπούσε την Ελλάδα γιατί πρόθυμα αυτή δέχτηκε το Χριστό. Επίσης τόνιζε πως όλοι όσοι σκέπτονται ορθά, θα παραδεχτούν ότι η εκπαίδευση είναι το πρώτο από τα αγαθά που κατέχουμε.

Ο Γρηγόριος επηρέασε και βοήθησε στην πρόοδο της ρητορικής στο Βυζάντιο, όπως βέβαια και οι άλλες πατέρες της εκκλησίας.

Η Ελλάδα και η Αθήνα ήταν σύμβολα κοσμικής σοφίας, κάτι που παραδέχεται και ο άγιος Γρηγόριος, ο οποίος στην τέταρτη επιστολή του γράφει ότι η ελληνική φιλοσοφία ανήκει και στους Έλληνες χριστιανούς.

Παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο στις 25 Ιανουαρίου του 390.

Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος γεννήθηκε στην Αντιόχεια το 344. Ήταν ένα φωτεινό πνεύμα που υπηρέτησε με πίστη το Θεό οδηγώντας πολλούς στην ορθοδοξία, αλλά και που καυτηρίαζε τις ακολασίες των ανθρώπων, και αυτών ακόμα των παλατιανών. Αυτό το έπραξε και για την Ευδοξία, τη φιλόδοξη και σκανδαλώδη σύζυγο του αυτοκράτορα Αρκαδίου, αλλά το πλήρωσε με την εξορία του στην Καππαδοκία.

Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ήταν χαρακτήρας συγκαταβατικός και γλυκός. Ονομάστηκε Χρυσόστομος γιατί όταν μιλούσε ήταν σα να έσταζε μέλι από το στόμα του και ο κόσμος που τον άκουγε, κρέμονταν κυριολεκτικά από το στόμα του. Το χάρισμα αυτό της ευγλωττίας που είχε, το χρησιμοποίησε πολλές φορές και για να οδηγήσει νέους πιστούς στη θρησκεία του Ναζωραίου, αλλά και για να τους υπερασπίζει από την κοινωνική καταπίεση και τους ισχυρούς άρχοντες.

Άφησε σπουδαία συγγράμματα, όπως επίσης και τη Θεία λειτουργία που τελείται τις Κυριακές στις εκκλησίες μας.

Και οι τρεις Ιεράρχες φοίτησαν στα καλύτερα πανεπιστήμια της εποχής τους Είναι οι προστάτες των γραμμάτων και αποτελούν για όλους μας τα φωτεινά παραδείγματα της πίστης, της όρεξης για μάθηση και της αγάπης στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία και γνώση. Είναι επίσης τα παραδείγματά μας και οι καθοδηγητές μας στο δρόμο της αρετής και της σωτηρίας.

 

(Περισσότερες πληροφορίες για τους τρεις μέγιστους φωστήρες της Οικουμένης θα βρείτε στον ιστορικό μου τόμο: «Καππαδοκία, Μνημείο Παγκόσμιας Πολιτιστικής Κληρονομιάς, Ελλήνων Ιστορία, Πίστη, Πολιτισμός»)

 

Κοιμίσογλου Συμεών

Εκπαιδευτικός, Ιστορικός Ερευνητής και Συγγραφέας